εὐχή

ἡ εὐχή мольба, молитва; (по)желание; обет

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "εὐχή" в других словарях:

  • ευχή — η 1) желание, пожелание; 2) молитва; 3) благословение: να ‘χετε την ευχή μου благословляю вас; ΦΡ. ευχή και κατάρα благословение и проклятие Этим. < дргр. εύχομαι < инд. . eugh «извещать, обращаться к кому то громко, в голос» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευχή — ευχή, η και ευκή, η 1. παράκληση, προσευχή του παπά. 2. έκφραση ζωηρής επιθυμίας για κάτι καλό: Το Συμβούλιο της Ευρώπης διατύπωσε την ευχή να ειρηνέψουν τα εμπόλεμα κράτη. 3. επίκληση θείας προστασίας για κάτι: Βόηθα με ευχή της μάνας μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐχῇ — εὐχή prayer fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχή — prayer fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευχή — και ευχή, η (ΑΜ εὐχή) 1. έκφραση ζωηρής επιθυμίας να γίνει κάτι, παράκληση 2. ευλογία («δος μου σέ παρακαλώ με σπλάχνος την ευκή σου», Ερωτόκρ.) νεοελλ. μσν. 1. προσευχή, παράκληση που απευθύνεται στον Θεό με σκοπό ευχαριστήριο, ικετήριο ή… …   Dictionary of Greek

  • ευχή — [эфхи] ουσ. Θ. пожелание, молитва …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εὔχῃ — εὔχομαι pray pres subj mp 2nd sg εὔχομαι pray pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οπισθάμβωνη ευχή — η заамвонная молитва – молитва, которую священник, отслужив Божественную Литургию, читает посреди церкви, подражая Христу Господу, при вознесении Своем на небо благословившему учеников. Начало молитвы так: «Благословляяй благословящия тя,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • τάμα — Ευχή προς θεό ή άγιο, η οποία περιέχει υπόσχεση ανταπόδοσης της χάρης με προσφορά αναθήματος ή δουλείας στο ιερό. Τα έθιμα των αρχαίων σχετικά με την ευχή προς το θείο και την προσφορά αναθήματος ή θυσίας μετά από την εκπλήρωσή της, παρέμειναν… …   Dictionary of Greek

  • εὐχῆι — εὐχῇ , εὐχή prayer fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔχηι — εὔχῃ , εὔχομαι pray pres subj mp 2nd sg εὔχῃ , εὔχομαι pray pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.